Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈku.is/
συλλαβισμός: α‐κού‐εις

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

ακούεις

  • (σπάνιο) άλλη μορφή του ακούςδείτε ακούω
    ※  «Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποίος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος τον οποίον συ εξέλεξες διά να είναι ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός. Είμαι ζωντανός.» (ραδιοφωνικό μήνυμα του Μακάριου, Ιούλιος 1974)