Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αισχυνόμενος η αισχυνόμενη το αισχυνόμενο
      γενική του αισχυνόμενου της αισχυνόμενης του αισχυνόμενου
    αιτιατική τον αισχυνόμενο την αισχυνόμενη το αισχυνόμενο
     κλητική αισχυνόμενε αισχυνόμενη αισχυνόμενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αισχυνόμενοι οι αισχυνόμενες τα αισχυνόμενα
      γενική των αισχυνόμενων των αισχυνόμενων των αισχυνόμενων
    αιτιατική τους αισχυνόμενους τις αισχυνόμενες τα αισχυνόμενα
     κλητική αισχυνόμενοι αισχυνόμενες αισχυνόμενα
ομάδα «εισαγόμενος» Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αισχυνόμενος < μετοχή ενεστώτα του ρήματος αισχύνομαι (στην παθητική φωνή)

  ΜετοχήΕπεξεργασία