Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αισχρό πρόσωπο < → δείτε τις λέξεις αισχρός και πρόσωπο

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

αισχρό πρόσωπο ουδέτερο, πληθυντικός: αισχρά πρόσωπα

  • (νομική): πρόσωπο στιγματισμένης υπόληψης από την εκάστοτε κοινωνική αντίληψη για ανήθικη ή αξιόποινη πράξη. που ενήργησε λόγω έξης ή πάθους ή επαγγελματικής ασχολίας. Ο χαρακτηρισμός αυτός λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη σε περιπτώσεις ανάθεσης επιμέλειας τέκνου, έκδοσης διαζυγίου, υιοθεσίας κ.λπ.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία