Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αζερμπαϊτζανικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αζερμπαϊτζανικός στον πληθυντικό < Αζερμπαϊτζάν

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αζερμπαϊτζανικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό