Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδειούχος < άδεια + -ούχος (< έχω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αδειούχος -ος/-α -ο

  1. που απουσιάζει από την εργασία του ή την υπηρεσία του έχοντας πάρει άδεια
  2. που έχει άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία