Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αδέσποτος η αδέσποτη το αδέσποτο
      γενική του αδέσποτου της αδέσποτης του αδέσποτου
    αιτιατική τον αδέσποτο την αδέσποτη το αδέσποτο
     κλητική αδέσποτε αδέσποτη αδέσποτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αδέσποτοι οι αδέσποτες τα αδέσποτα
      γενική των αδέσποτων των αδέσποτων των αδέσποτων
    αιτιατική τους αδέσποτους τις αδέσποτες τα αδέσποτα
     κλητική αδέσποτοι αδέσποτες αδέσποτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδέσποτος < α- στερητικό + δεσπότης (κύριος)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αδέσποτος -η -ο

  • που δεν έχει αφεντικό και δεν ελέγχει κανείς τις κινήσεις του· λέγεται κυρίως για ζώα
αδέσποτος σκύλος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία