Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αγριοκοίταγμα τα αγριοκοιτάγματα
      γενική του αγριοκοιτάγματος των αγριοκοιταγμάτων
    αιτιατική το αγριοκοίταγμα τα αγριοκοιτάγματα
     κλητική αγριοκοίταγμα αγριοκοιτάγματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγριοκοίταγμα < αγριοκοιτάζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγριοκοίταγμα ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία