Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αγνώμων /
αγνώμονας
αγνώμων αγνώμον
γενική αγνώμονος /
αγνώμονα
αγνώμονος αγνώμονος
αιτιατική αγνώμονα αγνώμονα αγνώμον
κλητική αγνώμων αγνώμων αγνώμον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγνώμονες αγνώμονες αγνώμονα
γενική αγνωμόνων αγνωμόνων αγνωμόνων
αιτιατική αγνώμονες αγνώμονες αγνώμονα
κλητική αγνώμονες αγνώμονες αγνώμονα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγνώμων < αρχαία ελληνική ἀγνώμων

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αγνώμων -ων -ον

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία