Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

αγγελιοφόρου αρσενικό

  1. αγγελιοφόρος, στη γενική του ενικού