Δείτε επίσης: Αγγελική

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
αγγελική (Pittosporum tobira)
 
αγγελική (Angelica archangelica)
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγγελική οι αγγελικές
      γενική της αγγελικής των αγγελικών
    αιτιατική την αγγελική τις αγγελικές
     κλητική αγγελική αγγελικές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγγελική < λατινική angelica < angelus < αρχαία ελληνική ἄγγελος (αντιδάνειο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγγελική θηλυκό

  1. (βοτανική) το κοινό όνομα του φυτού Πιττόσπορον το τομπίρα (Pittosporum tobira)
    Άλλες μορφές: αγγελικούλα
  2. (βοτανική) το κοινό όνομα του φυτού Angelica archangelica

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αγγελική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία