Δείτε επίσης: ἀγανός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγανός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγανός (μαλακός, ευγενικός)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αγανός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία