αβεβαιότητα δικαίου

(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβεβαιότητα δικαίου < (καθαρεύουσα) ἀβεβαιότης δικαίου < → δείτε τις λέξεις αβεβαιότητα και δίκαιο

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

αβεβαιότητα δικαίου

  • (νομική) ιδιότυπη κατάσταση όπου ή δεν υφίσταται σχετική νομοθεσία, ή η υφιστάμενη δεν καλύπτει ενιαίες αρχές - ιδέες, ή ακόμα. όταν κάποια υφιστάμενα τοπικά έθιμα αλληλοσυγκρούονται προς το κοινό δίκαιο καθιστώντας έτσι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις προβληματική την εφαρμογή κανόνα δικαίου

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία