Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

αβασκάναμε

  1. α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβασκαίνω