Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβανιάζοντας < αβανιάζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

αβανιάζοντας

  1. με κακολογίες, με δυσφήμηση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία