Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αβανγκαρντιστής οι αβανγκαρντιστές
      γενική του αβανγκαρντιστή των αβανγκαρντιστών
    αιτιατική τον αβανγκαρντιστή τους αβανγκαρντιστές
     κλητική αβανγκαρντιστή αβανγκαρντιστές
Κατηγορία όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβανγκαρντιστής < αβανγκαρντισμός + -ιστής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβανγκαρντιστής αρσενικό, θηλυκό αβανγκαρντίστρια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία