Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβάσταχτα < αβάσταχτος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αβάσταχτα

  • έτσι που δεν μπορείς να το βαστάξεις, να το αντέξεις

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

αβάσταχτα

  1. αβάσταχτο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού