Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβάσταγος, αβάστακτος, αβάσταχτος αρσενικό

δείτε τη λέξη: αβάσταχτος