Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ααχενόσαυρος οι ααχενόσαυροι
      γενική του ααχενοσαύρου
& ααχενόσαυρου
των ααχενοσαύρων
& ααχενόσαυρων
    αιτιατική τον ααχενόσαυρο τους ααχενοσαύρους
& ααχενόσαυρους
     κλητική ααχενόσαυρε ααχενόσαυροι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ααχενόσαυρος < νεολατινική aachenosaurus < γερμανική Aachen (Άαχεν) + -saurus (-σαυρος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ααχενόσαυρος αρσενικό

  1. (βοτανική) είναι το αμφίβολο όνομα γένους προϊστορικού φυτού, του τυπικού είδους Aachenosaurus multidens

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία