Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αίγειρος < αρχαία ελληνική αἴγειρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αίγειρος θηλυκό

  1. η λεύκη (το δένδρο λεύκα)
    μακραί τ' αἴγειροι καὶ ἰτέαι ὠλεσίκαρποι (Ομήρου Οδύσσεια, κ 510)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία