Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αίγα οι αίγες
      γενική της αίγας των αιγών
    αιτιατική την αίγα τις αίγες
     κλητική αίγα αίγες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αίγα < αρχαίο αἴξ (γενική: της αιγός)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛ.ɣa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αίγα θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία