Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ίσχαιμος < αρχαία ελληνική ἴσχαιμος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ίσχαιμος -η (-ος, στην καθαρεύουσα), -ο (-ον, στην καθαρεύουσα)

δείτε τον όρο: ίσχαιμη περίδεση

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία