Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ίσκιους αρσενικό

  1. ίσκιος, στην αιτιατική του πληθυντικού