Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ίουλο αρσενικό

  1. ίουλος, στην αιτιατική του ενικού