Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ίλαρχο αρσενικό

  1. ίλαρχος, στην αιτιατική του ενικού