Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ήνυστρο ήνυστρα
γενική ηνύστρου ηνύστρων
αιτιατική ήνυστρο ήνυστρα
κλητική ήνυστρο ήνυστρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ήνυστρο < αρχαία ελληνική ἤνυστρον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ήνυστρο ουδέτερο

  1. το τελευταίο από τα τέσσερα στομάχια στα μηρυκαστικά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία