Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έξοχα < έξοχος +

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈe.kso.xa/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

έξοχα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

έξοχα