Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το έκκεντρο τα έκκεντρα
      γενική του έκκεντρου των έκκεντρων
    αιτιατική το έκκεντρο τα έκκεντρα
     κλητική έκκεντρο έκκεντρα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έκκεντρο < ουδέτερο του έκκεντρος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική excentrique)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έκκεντρο ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

έκκεντρο

  1. έκκεντρος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του έκκεντρος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού