Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το έδικτο τα έδικτα
      γενική του εδίκτου
έδικτου
των εδίκτων
    αιτιατική το έδικτο τα έδικτα
     κλητική έδικτο έδικτα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έδικτο < μεσαιωνική ελληνική ἔδικτον < λατινική edictum

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έδικτο ουδέτερο (& ήδικτο)

  • (νομική, παρωχημένο) πολιτικό ή στρατιωτικό διάταγμα, που αφορούσε κυρίως τις δικαιοδοσίες ενός άρχοντα
    Δίπλα στον Διοκλητιανό ο Κωνσταντίνος έζησε από κοντά έναν από τους μεγαλύτερους διωγμούς εναντίον των χριστιανών, τα βασανιστήρια και τις δημόσιες εκτελέσεις των οπαδών της νέας θρησκείας, που ξεκίνησε με το έδικτο του αυτοκράτορα το 303 μ.Χ. από τη Νικομήδεια. (Κωνσταντίνος Α΄)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία