Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άσωτα < άσωτος +

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

άσωτα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

άσωτα