Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η άρκλα οι άρκλες
      γενική της άρκλας των αρκλών
    αιτιατική την άρκλα τις άρκλες
     κλητική άρκλα άρκλες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άρκλα < μεσαιωνική ελληνική άρκλα < λατινική arcula < arca +‎ -ula < arceo < πρωτοϊταλικά *arkeō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂erk- (κρατώ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άρκλα θηλυκό

  1. (ιδιωματικό) (παρωχημένο) ντουλάπι, ερμάριο
    –Πεινώ, μάνα, είπα της μάνας μου που συγύριζε το μαγειρειό. –Άνοιξε την άρκλα, μου είπε, και πάρε ψωμάκι και φάε! (Χρήστος Χρηστοβασίλης, Η Καθαρή Δευτέρα)
  2. (ιδιωματικό) (παρωχημένο) σεντούκι
  3. (ιδιωματικό) (παρωχημένο) τάφος, κιβώριο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία