Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άρες μάρες < άρα/αρά + μάρα (= μαρασμός)

εναλλακτική ετυμολογία: άρες μάρες < (κουταμ)άρες, (κουτα)μάρες

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.ɾεs 'ma.ɾεs/

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

(ανεπίσημο)
άρες μάρες θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό, άκλιτο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία