Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

άνυδρων

  1. άνυδρος, στη γενική του πληθυντικού
  2. άνυδρη, στη γενική του πληθυντικού
  3. άνυδρο, στη γενική του πληθυντικού