Δείτε επίσης: άνθιση

Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η άνθηση οι ανθήσεις
      γενική της άνθησης* των ανθήσεων
    αιτιατική την άνθηση τις ανθήσεις
     κλητική άνθηση ανθήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, ανθήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

άνθηση < (ελληνιστική κοινήἄνθησις < αρχαία ελληνική ἀνθέω / ἀνθῶ < ἄνθος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂endʰos

  Ουσιαστικό επεξεργασία

άνθηση θηλυκό

  1. (βιολογία) (βοτανική) το άνοιγμα των οφθαλμών των φυτών
     συνώνυμα: ανθοφορία
  2. (βοτανική) η χρονική περίοδος από την ανθοφορία μέχρι την καρποφορία.
  3. (μεταφορικά) η ακμή επιστήμης, τέχνης, μέσων επικοινωνίας, συγκοινωνίας κ.λπ.
    άνθηση των τεχνών, άνθηση των αερομεταφορών κ.λπ.

Άλλες μορφές επεξεργασία

Συνώνυμα επεξεργασία

Συγγενικές λέξεις επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία