Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψυχρός πόλεμος ψυχροί πόλεμοι
γενική ψυχρού πολέμου ψυχρών πολέμων
αιτιατική ψυχρό πόλεμο ψυχρούς πολέμους
κλητική ψυχρέ πόλεμε ψυχροί πόλεμοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψυχρός πόλεμοςδείτε τις λέξεις: ψυχρός και πόλεμος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Cold War)

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

ψυχρός πόλεμος αρσενικό

  1. (ιστορία) (πολιτική) ιστορική περίοδος γεωπολιτικού, ιδεολογικού και οικονομικού ανταγωνισμού μεταξύ των δυο υπερδυνάμεων, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο
  2. (κατ’ επέκταση) κάθε άλλη ανάλογη περίπτωση

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία