Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

Χαμίτες αρσενικό

  1. Χαμίτης, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού