Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τελεστήριο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τελεστήριο

  • ο χώρος στον οποίο τελείται κάποιο μυστήριο

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.