Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Τειρεσίας < αρχαία ελληνική Τειρεσίας

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Τειρεσίας αρσενικό

  1. αρχαίο ανδρικό όνομα
  2. ανώνυμη εταιρεία με μετόχους τραπεζικά ιδρύματα όπου σα στόχο έχει να φακελώνει σε βάση δεδομένων την οικονομική συμπεριφορά (π.χ. καθημερινές συνήθειες, επαγγελματικό ιστορικό, κ.α.) των δανειοληπτών και ανάλογα να τους κατατάσσει κλιμακωτά από καλοπληρωτές σε κακοπληρωτές.



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Τειρεσίας < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Τειρεσίας αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία