Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματοςΕπεξεργασία

Πειραιώς

  1. (λόγιο) (καθαρεύουσα) Πειραιεύς, στη γενική του ενικού