Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Παριανή, θηλυκό του Παριανός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Παριανή θηλυκό

  1. (πατριδωνυμικό): αυτή που κατοικεί στη Πάροο ή κατάγεται από το νησί αυτό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία