Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Οινοφυτιώτης < Οινόφυτα + -ιώτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Οινοφυτιώτης Οινοφυτιώτες
γενική Οινοφυτιώτη Οινοφυτιωτών
αιτιατική Οινοφυτιώτη Οινοφυτιώτες
κλητική Οινοφυτιώτη Οινοφυτιώτες

Οινοφυτιώτης αρσενικό, θηλυκό Οινοφυτιώτισσα

  1. (πατριδωνυμικό) ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τα Οινόφυτα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία