Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οι Νέες Χώρες
      γενική των Νέων Χωρών
    αιτιατική τις Νέες Χώρες
     κλητική Νέες Χώρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Νέες Χώρες < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα Νέαι Χῶραι
→ δείτε τους όρους Νέος, νέος και χώρα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Νέες Χώρες θηλυκό στον πληθυντικό

  1. (ιστορία, γεωγραφία) οι περιοχές που ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα μετά τους νικηφόρους για αυτήν Βαλκανικούς Πολέμους
     αντώνυμα: Παλαιά Ελλάδα
    ※ Ο γεωγραφικός διαχωρισμός ανάμεσα στην Παλαιά Ελλάδα και τις Νέες Χώρες, που επισημοποιείται το 1916 με τα χωριστά «κράτη» των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, αποκρυσταλλώνεται και ως πολιτικός διαχωρισμός με την άφιξη των προσφύγων και τη διαδικασία εξελληνισμού ιδιαίτερα των περιοχών Μακεδονίας-Θράκης.
    Σπύρος Καραβάς, «Η προσφυγική ψήφος στο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας την περίοδο του μεσοπολέμου», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 9 (1992), σσ. 135–156.
  2. (εκκλησιαστικός όρος) οι μητροπόλεις (εκκλησιαστική περιφέρεια) των παραπάνω περιοχών, των οποίων οι μητροπολίτες έγιναν μέλη της συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ μέχρι τότε ήταν συνοδικοί του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, στο οποίο απέμεινε μόνο η πνευματική καθοδήγηση.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματοςΕπεξεργασία

Νέες Χώρες θηλυκό