Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μανδηλαριά < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μανδηλαριά θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. (γεωπονία): αρχαία ποικιλία αμπέλου που καλλιεργείται στις Κυκλάδες και κυρίως στην Πάρο, Νάξο και Αμοργό, παράγει ερυθρό και ροζέ κρασί

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία