Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Λευκωσιάτης < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Λευκωσιάτης αρσενικό

  1. άτομο με καταγωγή από την Λευκωσία, αλλιώς χωραΐτης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία