Αρχαία ελληνικά (grc) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

ἀρχηγός < ἀρχή + ἡγέομαι-οῦμαι

  Ουσιαστικό επεξεργασία

ἀρχηγός και ἀρχαγός και ουδέτερο, το αρχαγόν

  1. ο ηγέτης, ο γενάρχης, ο ιδρυτής, ηγεμόνας
    Δία τε Κρονίδαν ὕμνησον Ὀλύμπιον ἀρχαγὸν θεῶν
    Τεῦκρος μὲν ὁ τοῦ γένους ἡμῶν ἀρχηγός
  2. η πρωταρχική αιτία, ο πρωταίτιος, ο πρώτος που εισήγαγε μια αρχή
    τὸ οὖν αἴτιον καὶ τὸ ἀρχηγὸν αὐτῶν εἶναι τὸ ὠθοῦν (το αίτιο και η πρώτη αρχή είναι αυτό που ωθεί)
    δικαίως ἂν ἐκείνοις ἐγκαλέσειαν ὡς ἀρχηγοῖς γεγενημένοις.... (δίκαια θεωρούν ότι εκείνοι ήταν που πρώτοι...)

  Επίθετο επεξεργασία

  1. ο αρχηγικός
    αἰαῖ, ....παίδων θρέπτειρ᾽, ἃ Τροίας ἀρχαγοὺς εἶχον τιμάς (αλοίμονο, ...θα με κάνουν κουβερνάντα, εμένα που με τιμούσαν στην Τροία με βασιλικές τιμές)
  2. ο αρχικός, επίθετο που καταδεικνύει την πηγή, την αρχική αιτία, αφορμή
    κακῶν ἀρχηγὸν ἐκφαίνεις λόγον (αυτή η κουβέντα προιωνίζει, φέρνει κάτι κακό)


Συνώνυμα επεξεργασία

  • ἀρχηγέτης και (δωρικός τύπος) ἀρχαγέτης
  • ἀρχέτης
  • ἀρχός