Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «ραδινός»

671 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 15 έτη
καμία σύνοψη επεξεργασίας
 
{{=el=}}
{{προσχέδιο}}ραδινός, -η,-ο (λογ.)
 
1. (κυρ. για μέλη του σώματος) αυτός που διαθέτει λεπτότητα και ευλυγισία, λεπτοκαμωμένος και κομψός: οι υψηλές ~ και γεμάτες αξιοπρέπεια μορφές είναι χαρακτηριστικό της ζωγραφικής εποχής των Παλαιολόγων || ~ φιγούρα
 
2. αυτός που η κατασκευή του είναι επιμηκής και λεπτή. ~ κίονας
 
[πηγή: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας - Γ. Μπαμπινιώτη]
{{-ετυμ-}}
:{{προσχέδιο-ετυμ}}
 
{{-μτφ-}}
lean, slim, slender, oblong
 
 
<!-- Βγάλτε τα βελάκια για να εμφανιστεί κάθε γλώσσα -->
Ανώνυμος χρήστης