Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «κοντός»

μ
προσθήκη παραμέτρου γλώσσας στο πρότυπο του μέρους λόγου
μ
μ (προσθήκη παραμέτρου γλώσσας στο πρότυπο του μέρους λόγου)
* κοντός < από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό ''κοντός'' < [[κοντάρι]]
 
{{-επιθ-|el}}
{{el-κλίσ-'καλός'|κοντ}}
'''{{PAGENAME}}, -ή, -ό'''
:: {{αντιθ}} [[μακρύς]]
 
{{-ουσ-|el}}
'''κοντός''' {{α}}
* το [[κοντάρι]]
1.402.835

επεξεργασίες