Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «ζωγραφίζω»

μ
προσθήκη παραμέτρου γλώσσας στο πρότυπο του μέρους λόγου
μ (Μεταφράσεις: ενημέρωση της εμφάνισης)
μ (προσθήκη παραμέτρου γλώσσας στο πρότυπο του μέρους λόγου)
{{-ετυμ-}}
< [[ζωγράφος]]
{{-ρημ-|el}}
'''{{PAGENAME}}'''
# σχεδιάζω γραμμές και/ή καλύπτω επιφάνειες με χρώματα, ώστε να δημιουργήσω μία ζωγραφική εικόνα, να αναπαραστήσω πρόσωπα ή πράγματα ή αφηρημένες εικόνες και να φέρω ένα αισθητικό αποτέλεσμα
1.402.835

επεξεργασίες