Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «δημητριακά»

μ
προσθήκη παραμέτρου γλώσσας στο πρότυπο του μέρους λόγου
μ (Βικιποίηση των μεταφράσεων)
μ (προσθήκη παραμέτρου γλώσσας στο πρότυπο του μέρους λόγου)
{{-ετυμ-}}
<μτγν. δημητριακά (ενν. σπέρματα), πληθυντικός ουδέτερο του επιθ. δημητριακός < Δημήτηρ
{{-ουσ-|el}}
'''{{PAGENAME}}''' {{οπλ}}
:τα σιτηρά
1.402.835

επεξεργασίες