Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «βραχότοπος»

μ
προσθήκη παραμέτρου γλώσσας στο πρότυπο του μέρους λόγου
μ (μορφοποίηση - πρότυπα)
μ (προσθήκη παραμέτρου γλώσσας στο πρότυπο του μέρους λόγου)
Από το ''βράχος'' και το ''τόπος''.
 
{{-ουσ-|el}}
'''βραχότοπος''' αρσενικό κ. ''βραχοτόπι'' ουδέτερο (πληθυντικός '''βραχότοποι''' κ. '''βραχοτόπια''')
 
1.402.835

επεξεργασίες