Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «ψιλός»

2 bytes αφαιρέθηκαν ,  πριν από 2 μήνες
μ ({{clear}} πριν τις μεταφράσεις)
#: ''έχει πολύ '''ψιλή''' φωνή''
# {{γραμμ}} '''ψιλά σύμφωνα''' της αρχαίας ελληνικής: τα σύμφωνα ''κ, π, τ'', τα σύγχρονα [[άηχος|άηχα]] [[κλειστός|κλειστά]]
# {{νομ}} '''[[ψιλή κυριότητα''']]: το να έχει κάποιος μια [[ιδιοκτησία]] χωρίς να μπορεί να καρπώνεται και τα οικονομικά οφέλη που μπορεί να αποφέρει, την [[επικαρπία]]
# (''στρατιωτικός όρος'') '''ψιλοί (στρατιώτες)''': στην αρχαιότητα, οι στρατιώτες που δεν έφεραν βαρύ οπλισμό
# (''ηχοληψία, δημώδες'') '''τα ψιλά''', μικρού μήκους κύματος συχνότητες, υψηλές συχνότητες